γομόω

γομόω,
A load,

γομώσων τὸν ὄνον Babr.111.9

, cf. PFlor.129.5 (iii A. D.), etc.:—[voice] Pass.,

ἅμαξα ξύλων γεγομωμένη Edict.Diocl.14.8

.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • γομοῦν — γομόω load pres part act masc voc sg γομόω load pres part act neut nom/voc/acc sg γομόω load pres inf act (epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γεγομωμέναι — γομόω load perf part mp fem nom/voc pl γεγομωμένᾱͅ , γομόω load perf part mp fem dat sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γεγομωμένον — γομόω load perf part mp masc acc sg γομόω load perf part mp neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γεγομωμένοις — γομόω load perf part mp masc/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γεγομῶσθαι — γομόω load perf inf mp …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γομοῦνται — γομόω load pres ind mp 3rd pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γομοῦσθαι — γομόω load pres inf mp …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γομοῦται — γομόω load pres ind mp 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γομωθῆναι — γομόω load aor inf pass …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γομώσων — γομόω load fut part act masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γομώσῃς — γομόω load aor subj act 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.